διαπράττω

Μεταφράσεις

διαπράττω

commit, perpetrate

διαπράττω

يَرْتَكِبُ

διαπράττω

spáchat

διαπράττω

begå

διαπράττω

begehen

διαπράττω

cometer

διαπράττω

tehdä rikos tai virhe

διαπράττω

commettre

διαπράττω

počiniti

διαπράττω

commettere

διαπράττω

犯す

διαπράττω

저지르다

διαπράττω

begaan

διαπράττω

begå

διαπράττω

popełnić

διαπράττω

comprometer-se, perpretar

διαπράττω

совершать

διαπράττω

begå

διαπράττω

ให้คำมั่นสัญญา

διαπράττω

işlemek

διαπράττω

phạm phải

διαπράττω

犯(罪)
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close