διαρκής

Μεταφράσεις

διαρκής

(ðjar'cis) αρσενικό-θηλυκό

διαρκές

continu, durable, permanentabiding, continuous, persistent (ðjar'ces) ουδέτερο
επίθετο
που δε διακόπτεται διαρκής πόνος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close