διαρκώ

Μεταφράσεις

διαρκώ

lastيَسْتَمِرُtrvatholdedauerndurarkestäädurertrajatidurare続く지속되다durenvarewytrwaćdurarдлитьсяvaraยืนหยัดsürmekkéo dài持续 (ðjar'ko)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. αντέχω στο χρόνο αξίες που διαρκούν
2. έχω κάποια διάρκεια διαρκώ πολύ ώρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close