διαρρέω

Μεταφράσεις

διαρρέω

leak, seepيَتَسَرَّبُunikatlækkeleckentener un escapevuotaafuircuritiperdere漏れる새다lekkenlekkeprzeciecgotejar, vazarдавать течьläckaรั่วsızdırmakrò rỉ (ðia'reo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
(για πληροφορία) γίνομαι ευρύτερα γνωστός από λάθος πληροφορίες που διαρρέουν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close