διασκεδάζω

Μεταφράσεις

διασκεδάζω

(ðjasce'ðazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να περνάει ωραία διασκεδάζω το κοινό

διασκεδάζω

amuse, entertain, disport, enjoyamuser, distraire, divertit, s'amuser, se divertir
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
περνάω ευχάριστα διασκεδάζω με κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close