διαστέλλομαι

Μεταφράσεις

διαστέλλομαι

(ðja'stelome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
αυξάνω σε όγκο Το ξύλο διαστέλλεται με την υγρασία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close