διαστρεβλώνω

Μεταφράσεις

διαστρεβλώνω

distort, warpdéformer, travestir (ðjastre'vlono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
παραποιώ, αλλάζω διαστρεβλώνω τα γεγονότα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close