διασφαλίζω


Αναζητήσεις σχετικές με διασφαλίζω: εξασφαλίζω
Μεταφράσεις

διασφαλίζω

safeguard, secure, ensure

διασφαλίζω

يَتَأَكَّدُ

διασφαλίζω

zajistit

διασφαλίζω

sikre

διασφαλίζω

sicherstellen

διασφαλίζω

asegurar, asegurarse

διασφαλίζω

varmistaa

διασφαλίζω

s’assurer que

διασφαλίζω

osigurati

διασφαλίζω

assicurare

διασφαλίζω

保証する

διασφαλίζω

보장하다

διασφαλίζω

ervoor zorgen

διασφαλίζω

sørge for

διασφαλίζω

zapewnić

διασφαλίζω

assegurar

διασφαλίζω

гарантировать

διασφαλίζω

garantera

διασφαλίζω

ทำให้แน่ใจว่า

διασφαλίζω

garantiye almak

διασφαλίζω

bảo đảm

διασφαλίζω

保证
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close