διασχίζω

Μεταφράσεις

διασχίζω

crosstraverserيَعْبُرُpřejítkrydseüberquerencruzarylittääprijećiattraversare横切る(...을) 교차시키다overstekenkrysseprzekroczyćatravessar, cruzarпересекатьkorsaข้ามkarşıdan karşıya geçmekđi qua勾划 (ðja'sçizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
περνάω απέναντι διασχίζω το δρόμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close