διατάζω

Μεταφράσεις

διατάζω

order, commandيَأمُرُrozkázatbeordrebefehlenordenarmäärätäcommandernareditiordinare指図する명령하다bevelenbeordrerozkazaćordenarприказыватьbeordraสั่งemir vermekra lệnh定购, 订单訂單 (ðja'tazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω προσταγές Τον διέταξε να φύγει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close