διατάραξη

Μεταφράσεις

διατάραξη

perturbazione (ðja'taraksi)
ουσιαστικό θηλυκό
ενόχληση η διατάραξη της δημόσιας τάξης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close