διατρέχω

Μεταφράσεις

διατρέχω

skim, traverse실행 (ðja'trexo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κινδυνεύω να
2. διανύω διατρέχω μια απόσταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close