διαφεύγω

Μεταφράσεις

διαφεύγω

escape, evade, elude, get away

διαφεύγω

échapper, s’en sortir

διαφεύγω

يَهْرُبُ

διαφεύγω

uniknout

διαφεύγω

slippe væk

διαφεύγω

davonkommen

διαφεύγω

escaparse

διαφεύγω

paeta

διαφεύγω

pobjeći

διαφεύγω

fuggire

διαφεύγω

逃げる

διαφεύγω

벗어나다

διαφεύγω

ontsnappen

διαφεύγω

kom seg unna

διαφεύγω

odejść

διαφεύγω

escapar

διαφεύγω

уходить

διαφεύγω

komma undan

διαφεύγω

หนี, ปลีกตัวออกมา

διαφεύγω

sıvışmak

διαφεύγω

thoát khỏi

διαφεύγω

逃脱
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close