διαφημίζω

Μεταφράσεις

διαφημίζω

advertisereklamiيُعْلِنُinzerovatreklamere forinserierenanunciarmainostaapromouvoiroglašavatipubblicizzare広告する광고하다adverterenannonserezareklamowaćanunciar, Anuncieрекламироватьannonseraลงโฆษณาreklam yapmakquảng cáo做广告реклама (ðjafi'mizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προωθώ ένα προϊόν στην αγορά διαφημίζω ένα νέο προϊόν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close