διαφθείρω

Μεταφράσεις

διαφθείρω

corrupt (ðja'fθiro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
επηρρεάζω αρνητικά την ηθική κάποιου Το χρήμα διαφθείρει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close