διαχυτικός

(προωθήθηκε από διαχυτική)
Μεταφράσεις

διαχυτικός

(ðjaçiti'kos) αρσενικό

διαχυτική

(ðjaçiti'ci) θηλυκό

διαχυτικό

effusive, exuberant (ðjaçiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που εκδηλώνεται αυθόρμητα, ανοιχτά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close