διαχωρίζω

Μεταφράσεις

διαχωρίζω

isolate, separate, sort outيُفَرِّزُ, يُفَرِّقُoddělit, vytříditadskille, ordneklären, trennenordenar, separarerotella, erottaaranger, séparerodijeliti, odvojiticlassificare, separare分ける, 解決する...을 가르다, 해결하다ontwarren, scheidenseparere, sortereposortować, rozdzielićsepararотделять, разбиратьklara upp, separeraแยกออกจาก, จัดเรียงayırmak, halletmekgiải quyết, tách ra分离, 理清 (ðjaxo'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
διακρίνω τη διαφορά Διαχωρίζω ιδιωτική και επαγγελματική ζωή. διαχωρίζω τη θέση μου από
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close