διαχωριστικός

Μεταφράσεις

διαχωριστικός

(ðjaxoristi'kos) αρσενικό

διαχωριστική

(ðjaxoristi'ci) θηλυκό

διαχωριστικό

(ðjaxoristi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που χωρίζει κπ τόπο διαχωριστική γραμμή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close