διαψεύδω

Μεταφράσεις

διαψεύδω

deny, contradictيُنْكِرُpopřítnægtebestreitennegarkieltääniernijekatinegare否定する부정하다ontkennennektezaprzeczyćnegarотрицатьförnekaปฏิเสธinkar etmekphủ nhận否认 (ðja'psevðo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δείχνω πως κτ δεν ισχύει διαψεύδω μια είδηση
2. δεν υποστηρίζω διαψεύδω τις προσδοκίες κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close