διδάσκω

Μεταφράσεις

διδάσκω

(ði'ðasko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μεταδίδω γνώσεις διδάσκω ιστορία

διδάσκω

lehren, anweisenteach, instructenseigner, instruireيُعَلِّمُdát pokyn, učitinstruere, læredar instrucciones, enseñarneuvoa, opettaapodučavati, uputitiinsegnare, ordinare指示する, 教える가르치다, 교육하다onderwijzen, opdrageninstruere, undervisedać wskazówki, nauczyćensinar, instruirинструктировать, учитьinstruera, undervisaแนะนำ, สอนöğretmek, talimat vermekdạy học, hướng dẫn指示, 讲授
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ασκώ το επάγγελμα του δασκάλου ή καθηγητή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close