διδακτικός

(προωθήθηκε από διδακτικό)
Μεταφράσεις

διδακτικός

(ðiðakti'kos) αρσενικό

διδακτική

(ðiðakti'ci) θηλυκό

διδακτικό

didactique (ðiðakti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με τη διδασκαλία διδακτική ύλη
2. που περιέχει κπ δίδαγμα διδακτικό βιβλίο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close