διεγείρω

Μεταφράσεις

διεγείρω

вызыватьactuate, arouse, kindle, stimulate (ðʝe'ʝiro)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ερεθίζω διεγείρω την περιέργεια κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close