διεισδύω

Μεταφράσεις

διεισδύω

eindringenpenetrate, infiltrateinfiltrer, pénétrer (ðiiz'ðio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
περνάω από στενό ή δύσκολο πέρασμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close