διεκπεραιώνω

Μεταφράσεις

διεκπεραιώνω

(ðʝekpere'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ολοκληρώνω με επιτυχία κτ διεκπεραιώνω μια υπόθεση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close