διεξάγω

Μεταφράσεις

διεξάγω

durchführen, führen, leitenconduct, carry outmener, conduire, diriger, gouvernerيَقُودُprovéstudføreconducir, llevar a cabotehdäprovesticondurre行う...을 실시하다uitvoerenførezaprowadzićconduzirпроводитьuträttaจัดการyürütmekthực hiện进行 (ðie'ksaɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
διεκπεραιώνω διεξάγω έρευνα διεξάγω πόλεμο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close