διευθύνω αυταρχικά

Μεταφράσεις

διευθύνω αυταρχικά

يُـمْلي عَلى

διευθύνω αυταρχικά

komandovat

διευθύνω αυταρχικά

hundse rundt med

διευθύνω αυταρχικά

herumkommandieren

διευθύνω αυταρχικά

boss around

διευθύνω αυταρχικά

mangonear

διευθύνω αυταρχικά

pomotella

διευθύνω αυταρχικά

donner des ordres

διευθύνω αυταρχικά

šefovati

διευθύνω αυταρχικά

comandare

διευθύνω αυταρχικά

こき使う

διευθύνω αυταρχικά

남에게 명령하다

διευθύνω αυταρχικά

commanderen

διευθύνω αυταρχικά

herse med

διευθύνω αυταρχικά

poniewierać

διευθύνω αυταρχικά

dar ordens, ficar dando ordens

διευθύνω αυταρχικά

командовать

διευθύνω αυταρχικά

köra med folk

διευθύνω αυταρχικά

บงการ

διευθύνω αυταρχικά

patronluk taslamak

διευθύνω αυταρχικά

chỉ tay năm ngón

διευθύνω αυταρχικά

指手画脚
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close