διευκολύνω

Μεταφράσεις

διευκολύνω

expedite, facilitate (ðiefko'lino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ πιο εύκολο διευκολύνω το διάλογο
2. βοηθάω κπ σε κτ διευκολύνω κπ οικονομικά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close