διευκρινίζω

Μεταφράσεις

διευκρινίζω

elucidate, illustrate, clarifyيُوْضِحُobjasnitklargøreklarstellenaclararselventääclarifierpojasnitichiarire明らかにする분명하게 하다ophelderenklargjørerozjaśnićesclarecerпрояснитьklargöraอธิบายให้ชัดเจนaçıklık kazandırmaklàm rõ澄清 (ðiefkri'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ πιο σαφές Διευκρίνισε τι ακριβώς θέλεις.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close