δικάζω

Μεταφράσεις

δικάζω

judge, adjudicatejugerjudeca (ði'kazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
(για δικαστή) κρίνω κατά πόσο κπ είναι ένοχος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close