δικός μου

(προωθήθηκε από δική-ιά μου)
Μεταφράσεις

δικός μου

(ði'kosmu) αρσενικό

δική-ιά μου

(ði'ci-'c-a mu) θηλυκό

δικό μου

mine, my, one'sخاضّ, مَلِكِيٌّ, ي: ضَمِيرُ الْـمُتَكَلِم الْـمُضَافِ إِلَيهmůj, svůjens, minman, meinde uno, mi, mío, propiominun, yksi, yksi jstak tietystä ryhmästä, yksi monista, toinenmien (le), mon, sonmoj, svojmio, proprio一般的な人を指す所有格, 私の, 私のもの~이라는 사람의 소유격, 나의, 내 것mijn, zijnens, minmój, swójmeu, seu, seu, seusмой, нашеens, minของฉัน, คำแสดงความเป็นเจ้าของbenim, kişinincủa ai, của tôi我的, 某人的 (ði'komu) ουδέτερο
αντωνυμία κτητική (αντωνυμία)
που μού ανήκει Δικό μου είναι το δαχτυλίδι. Θέλω τη δικιά μου βούρτσα. Είναι δικός μου φίλος.
η οικογένειά μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close