δικαιολογημένος

Μεταφράσεις

δικαιολογημένος

(ðiceoloʝi'menos) αρσενικό

δικαιολογημένη

(ðiceoloʝi'meni) θηλυκό

δικαιολογημένο

justifiablejustificadogerechtvaardigdgerechtfertigtgiustificatojustifiée正当化berettigetperusteltuaоправдано (ðiceoloʝi'meno) ουδέτερο
επίθετο
για τον οποίο υπάρχει αιτία O θυμός του είναι μάλλον δικαιολογημένος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close