δικαιώνω

Μεταφράσεις

δικαιώνω

justify, vindicate (ðice'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω δίκιο σε κπ Ο δικαστής τον δικαίωσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close