δικαστικός

Μεταφράσεις

δικαστικός

(ðikasti'kos) αρσενικό

δικαστική

(ðikasti'ci) θηλυκό

δικαστικό

judicial, judiciaryjudiciaire司法القضائيةсъдебнаsoudníjudicial司法사법gerichtliche司法giudiziaria (ðikasti'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με δίκη ή δικαστήριο δικαστικός αγώνας δικαστικός υπάλληλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close