δικλίδα

Μεταφράσεις

δικλίδα

(ði'kliða)
ουσιαστικό θηλυκό
μηχανισμός ρύθμισης της κίνησης αερίου ή υγρού δικλίδα ασφαλείας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close