διοικώ

Μεταφράσεις

διοικώ

administer, administrate, command, manageadministrer, gérer, manager (ðii'ko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
οργανώνω και διευθύνω διοικώ μια χώρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close