διορίζω

Μεταφράσεις

διορίζω

appoint, name, assign, nominateيُعَيِّـنُjmenovatudnævneeinstellendesignarnimittäänommerpostavitinominare任命する임명하다aanstellenpeke utwyznaczyćdesignar, nomearназначатьutseแต่งตั้งatamakbổ nhiệm任命 (ðio'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
δίνω θέση εργασίας σε κπ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close