διορθωτής

Μεταφράσεις

διορθωτής

(ðiorθo'tis)
ουσιαστικό αρσενικό

διορθώτρια

correcteur (ðior'θotria) θηλυκό
ουσιαστικό
αυτός που διορθώνει κείμενα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close