διορθώνω

Μεταφράσεις

διορθώνω

correct, fix, retrievecorregircorrigerيُصَحِّحُopravitrettekorrigierenoikaistaispraviticorreggere訂正する바로잡다corrigerenrettepoprawićcorrigirисправлятьrättaแก้ไขให้ถูกต้องdüzeltmeksửa chữa纠正 (ðior'θono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ελέγχω και επισημαίνω λάθη διορθώνω γραπτά
2. τακτοποιώ, βελτιώνω διορθώνω ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close