διπλός

(προωθήθηκε από διπλή)
Μεταφράσεις

διπλός

(ði'plos) αρσενικό

διπλή

(ði'pli) θηλυκό

διπλό

double, dual, geminatedoubleمُزْدَوِجdvojitýdobbeltdoppeltdoblekaksinkertainendvostrukdoppio2倍の두 배의dubbeldobbelpodwójnyduploдвойнойdubbelเป็นคู่çiftgấp đôi双倍的, כפול (ði'plo) ουδέτερο
επίθετο
1. διπλάσιος διπλή προσπάθεια
2. δυο δόσεις από κτ διπλός καφές διπλή μερίδα
3. με δύο τρόπους διπλή λειτουργία δρόμος διπλής κατεύθυνσης ζω διπλή ζωή
4. για δύο άτομα διπλό δωμάτιοκρεβάτι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close