διπλανός

(προωθήθηκε από διπλανό)
Μεταφράσεις

διπλανός

(ðipla'nos) αρσενικό

διπλανή

(ðipla'ni) θηλυκό

διπλανό

d'à côté, adjacentnext, adjoining, adjacentمُجاوِرpřilehlýtilstødendeangrenzendadyacenteviereinensusjedanadiacente近接した인접한aangrenzendtilstøtendesąsiadującyadjacenteсмежныйnärliggandeติดกันbitişikliền kề邻近的 (ðipla'no) ουδέτερο
επίθετο
που βρίσκεται πλάι μου η γυναίκα της διπλανής πόρτας
που κάθεται ή στέκεται δίπλα μου ο διπλανός μου στο θρανίο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close