διπλωμάτης

(προωθήθηκε από διπλωμάτισσα)
Μεταφράσεις

διπλωμάτης

(ðiplo'matis) αρσενικό-θηλυκό

διπλωμάτισσα

diplomatdiplomateدِبْلُوماسيّdiplomatdiplomatDiplomatdiplomáticodiplomaattidiplomatdiplomatico外交官외교관diplomaatdiplomatdyplomatadiplomataдипломатdiplomatนักการทูตdiplomatnhà ngoại giao外交官дипломатדיפלומט (ðiplo'matisa) θηλυκό
ουσιαστικό
1. ανώτερο στέλεχος του υπουργείου εξωτερικών γάλλος διπλωμάτης
2. που δεν προκαλεί εντάσεις στη σχέση του με τους άλλους Είναι πολύ διπλωμάτης.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close