διπλωματικός

(προωθήθηκε από διπλωματικό)
Μεταφράσεις

διπλωματικός

(ðiplomati'kos) αρσενικό

διπλωματική

(ðiplomati'ci) θηλυκό

διπλωματικό

(ðiplomati'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που έχει σχέση με τη διπλωματία το διπλωματικό σώμα οι διπλωματικές σχέσεις δύο χωρών
2. ευέλικτος διπλωματική απάντηση

διπλωματικός

diplomaticdiplomatiadiplomatiqueدِبْلُوماسيّdiplomatickýdiplomatiskdiplomatischdiplomáticodiplomaattinendiplomatskidiplomatico外交上の외교의diplomatiekdiplomatiskdyplomatycznydiplomático, diplomáticaдипломатическийdiplomatiskเกี่ยวกับการทูตdiplomatikmang tính ngoại giao外交的, 外交Дипломатически外交 (ðiplomati'kos)
σχετικός με πτυχίο διπλωματική εργασία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close