διπλώνομαι

Μεταφράσεις

διπλώνομαι

(ði'plonome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
λυγίζω διπλώνομαι στα δύο (από τον πόνο)
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close