δισέγγονος

(προωθήθηκε από δισέγγονη)
Μεταφράσεις

δισέγγονος

(ði'seŋgonos) αρσενικό

δισέγγονη

(ði'segoni) θηλυκό
ουσιαστικό
ο γιος ή η κόρη της εγγονής ή του εγγονού μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close