διστάζω

Μεταφράσεις

διστάζω

hesitatehésiterيَتَرَدَّدُváhattøvezögernvacilarepäröidäoklijevatiesitareためらう주저하다aarzelennølezawahać sięhesitarколебатьсяtvekaลังเลใจduraksamakdo dự犹豫 (ði'stazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
δεν τολμάω διστάζω να τηλεφωνήσω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close