διστακτικός

(προωθήθηκε από διστακτική)
Μεταφράσεις

διστακτικός

(ðistakti'kos) αρσενικό

διστακτική

(ðistakti'ci) θηλυκό

διστακτικό

hesitant, diffident, indecisive, reluctant (ðistakti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που δεν αποφασίζει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close