διχάζομαι

Μεταφράσεις

διχάζομαι

(ði'xazome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
Η κοινή γνώμη διχάστηκε σε δύο στρατόπεδα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close