διψάω

Μεταφράσεις

διψάω

(ði'psao)

διψώ

(ði'pso)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
έχω ανάγκη να πιω νερό ή κτ άλλο
Διψάω 
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close