διώροφος

Μεταφράσεις

διώροφος

(ði'orofos) αρσενικό

διώροφη

(ði'orofi) θηλυκό

διώροφο

(ði'orofo) ουδέτερο
επίθετο
που έχει δύο ορόφους διώροφο σπίτι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close