δοκάρι

Μεταφράσεις

δοκάρι

post, upright (ðo'kari)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ξύλινο συνήθως στήριγμα ξύλινο δοκάρι
2. αθλητισμός στύλος τέρματος στο ποδόσφαιρο η μπάλα κατέληξε στο δοκάρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close